Εἰσαγωγὴ στὴ Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν
Ἡ Φιλοκαλία δὲν ἀποτελεῖ μόνο διδασκαλία τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολο τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων Πατέρων, σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις τῶν κινήσεων τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς.
Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης | Νηπτική Θεωρία | Φιλοκαλία

Λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅτι ὁ Θεὸς ἑτοιμάζει «πόρρωθεν» τὰ μεγάλα ἔργα Του. Πραγματικά, προνοεῖ καὶ παρασκευάζει τὴν γνωριμία δύο κατάλληλων «σκευῶν» τοῦ Πνεύματος, γιὰ νὰ προσφέρει στὸ λαό Του τὴν ἀποθησαυρισμένη ἁγιοπνευματικὴ σοφία τῶν ἐκλεκτῶν τέκνων Του, ποὺ κινδύνευε νὰ ἀφανιστεῖ μέσα στὶς «κονιοβριθεὶς» καὶ «σητόβρωτες» χειρόγραφες βιβλιοθῆκες τῶν ἱερῶν Μοναστηριῶν.
Πρόκειται γιὰ τὴν γνωριμία, φιλία καὶ συνεργασία μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου Κορίνθου καὶ τοῦ ἀπὸ τῆς νήσου Νάξου Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη, ποὺ ἀποτελεῖ εὐλογημένο σταθμὸ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία, χάρη στὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ πολύτιμων συγγραμμάτων, ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν συνεργασία τῆς ἱερῆς αὐτῆς «ξυνωρίδος».
Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου1, ὕστερα ἀπὸ διετῆ παραμονὴ στὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἀναχώρησε τὸ 1777 γιὰ τὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν Ἅγιο Μακάριο ἐπίσκοπο Κορίνθου, ἐκθρονισθέντα ἀπὸ τοὺς Τούρκους γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῆς βυζαντινῆς προελεύσεώς οἰκογένειάς του τῶν Νοταράδων, στὴν ἐξέγερση τοῦ 1770. Ἐκεῖ τοῦ παρέδωσε χειρόγραφα ἀπὸ ἀνθολογίες πατερικῶν κειμένων (μοναστικῶν, ἀσκητικῶν, ἡσυχαστικῶν, θεολογικῶν) γιὰ νὰ τὰ ἐπεξεργαστεῖ πρὸς ἔκδοση.
Τὰ κείμενα ἀντεγράφησαν προφανῶς ἀπὸ χειρόγραφους κώδικες τῶν Μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα ποὺ νὰ διαφωτίζουν, ἂν ἀπὸ τὰ ἐπιλεγέντα ἀφαιρέθησαν ἢ προσετέθησαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόδημο. Πάντως, ὁ θεῖος Νικόδημος, ἀφοῦ διόρθωσε φιλολογικῶς τὰ κείμενα, τὰ παρέβαλλε κριτικῶς μὲ ἄλλους κώδικες, παρέθεσε στὰ παρασέλιδα μερικὲς παρατηρήσεις του, ἔγραψε τὸ Προοίμιο καὶ τὶς σύντομες βιογραφίες τῶν συγγραφέων καὶ παρέδωσε τὸ ὅλο ἔργο ὕστερα ἀπὸ μιὰ διετία στὸν Ἅγιο Μακάριο. Αὐτὸς στὴν συνέχεια, κατέφυγε στὸν γνωστὸ «καλὸ καγαθὸν» πρίγκιπα τῆς Μολδοβλοχίας Ἰωάννη Μαυρογορδάτο, ποὺ συνάντησε στὴν Σμύρνη, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὶς δαπάνες τῆς ἐκδόσεως.
Στὰ κείμενα αὐτά, ποὺ στὸ σύνολό τους ἐκφράζουν τὴν ἀγάπη τοῦ καλοῦ μὲ πνευματικὴ ἔννοια, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ ἀγαθό, δόθηκε ὁ τίτλος «Φιλοκαλία», μὲ τὴν ἐπεξηγηματικὴ δήλωση, ὅτι ἡ φιλία αὐτὴ τοῦ καλοῦ, εἰς αὐτὰ τὰ ὑψηλὰ πνευματικὰ ἐπίπεδα, ἀνήκει στοὺς «Ἱεροὺς Νηπτικούς», δηλαδὴ στοὺς ἀσκητικοὺς ἐκείνους ἁγίους Πατέρες, ποὺ ἔφτασαν στὴν θεία κατάσταση τῆς ἀδιάλειπτης νήψεως καὶ ἐγρηγόρσεως τοῦ θεωθέντος νοῦ τους. Καὶ σὲ ἕνα τόμο μεγάλου σχήματος εἶδε ἡ Φιλοκαλία το φῶς τῆς δημοσιότητος στὴν Βενετία, τὸ 1782, ποὺ ἔλαμψε σὰν τηλαυγὴς πνευματικὸς φάρος σὲ ὅλη τὴν ἑλληνόφωνη Ὀρθοδοξία.
Ἀργότερα, ὁ γνωστὸς ρῶσος ἱερομόναχος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ μετέφρασε ὁλόκληρη τὴν Φιλοκαλία στὴν Σλοβανική, ποὺ ἔγινε τὸ ἐντρύφημα τῶν Ὀρθοδόξων μοναχῶν καὶ Σλαυϊκῶν λαῶν. Τὸν Παΐσιο ἀκολούθησε ὁ Θεοφάνης τοῦ Ταμπώφ, κατὰ τὸ 1877, ἀλλὰ καινοτόμησε ὁ μεγάλος αὐτὸς ἀσκητής, μὲ τὴν ἀφαίρεση ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου τοῦ ἱερομάρτυρος Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τῶν Κεφαλαίων τοῦ Καλλίστου Καταφυγιώτου καὶ τῶν Πρακτικῶν Κεφαλαίων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τὴν θέση τῶν ὁποίων κάλυψε μὲ πρακτικότερα κείμενα τῶν Ἁγίων Ἐφραίμ του Σύρου, Βαρσανουφίου, Ἰωάννου τῆς Κλίμακος καὶ Κατηχήσεων τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.
Τὴν Φιλοκαλία, βάσει τῆς ἐκδόσεως τοῦ 1782, τύπωσε στὴν Ἀθήνα σὲ δύο τόμους ὁ Παναγ. Τζελάτης τὸ 1893, προσθέσας καὶ τὰ «περὶ Προσευχῆς Κεφάλαια» τοῦ Πατριάρχου Ἁγίου Καλλίστου. Μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταφράζονται στὴ Δύση ἀποσπάσματα τῆς Φιλοκαλίας στὰ Γερμανικά, Ἀγγλικὰ καὶ Γαλλικά, ἐνῷ στὴ Ρουμανία μεταφράζεται ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ μέγα ἔργο ἀπὸ τὸν γνωστὸ θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε, διανθίσαντα μὲ θεολογικὰ σχόλια τὰ μεταφρασθέντα κείμενα ποὺ τυπώθηκαν σὲ 10 τόμους.
Ἐπίσης, γιὰ βιβλιογραφικὴ ἐνήμερωση, πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἐξέδωσαν στὴν Ἀγγλικὴ γλῶσσα δύο τόμους ἀπὸ τὴ ρωσικὴ ἔκδοση, μὲ κατ’ ἐπιλογὴν κείμενα ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία οἱ E. Kadloubovsky καὶ G.E.H. Palmer, ὅπως παραλλήλως ὁ π. Jean Gouillard ἐξέδωσε ἀνθολογία, μὲ θέματα ἀναφερόμενα στὴ νοερὰ προσευχή, μᾶλλον καρδιακὴ προσευχή, στὴ Γαλλικὴ μὲ τὸν τίτλο «Petite Philocalie de la Priere du Coeur», ὅλα παρμένα ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο, ποὺ ἀπετέλεσαν ἀφορμὴ νὰ γίνει τόσο ἡ νοερὰ προσευχή, ὅσο καὶ ἡ ἀσκητικὴ καὶ μυστικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας πιὸ γνωστὲς στὸ Δυτικὸ κόσμο, ὥστε νὰ καλλιεργεῖται σήμερα θερμὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικὴ ζωή.
Στὶς ἐκδόσεις τῆς Φιλοκαλίας στὴν ἑλληνική, πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ ἡ ἔκδοση ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο «Ἀστήρ», τῶν ἀδελφῶν Ἀλεξάνδρου καὶ Ἐυαγγέλου Παπαδημητρίου. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀληθινὸ ἐκδοτικὸ ἆθλο ἀγάπης καὶ προσφορᾶς, ποὺ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθεῖ ὡς μία σημαντικὴ προσφορὰ πρὸς τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ τῆς ἑλληνόφωνης Ὀρθοδοξίας σὲ μιὰ ἐποχὴ γεμάτη πνευματικὴ σύγχυση ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ δυτικῶν ρευμάτων στὸν ὀρθόδοξο χῶρο.
Πρὸ εἰκοσαετίας σχεδὸν ὁ ἐν λόγῳ ἐκδοτικὸς οἶκος, ἐνθαρρυνόμενος ἀπὸ παράγοντες τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφάσισε τὴν ἔκδοση, σύμφωνα μὲ τὰ κείμενα τῆς Βενετίας τοῦ 1782. Ἀλλὰ ἡ ἔκδοση ἐκείνη εἶχε ἀτέλειες, κυρίως στὴ στίξη, σὲ τυπογραφικὰ ἀβλεπτήματα, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένη καὶ ἀπὸ ἐλάχιστα συντακτικὰ καὶ λεκτικὰ λάθη. Ἐπιστρατεύθηκε ὁ τότε διάκονος π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνη τοῦ ἐπιμελητῆ τῆς ἐκδόσεως. Ἔτσι, ἡ Φιλοκαλία ἀναδύθηκε «ἰματισμένη», ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ ποικίλα λάθη, ἀριθμήθηκαν τὰ κείμενα ποὺ δὲν εἶχαν παραγράφους καὶ τὸ κυριώτερο, ἀνιχνεύθηκαν μὲ πληρότητα σχεδὸν οἱ ἀναφορὲς στὶς θεῖες Γραφὲς καὶ καταχωρήθηκαν οἱ σχετικὲς παραπομπές. Ἡ Φιλοκαλία ἔκτοτε προσφέρεται σὲ πέντε κομψοὺς τόμους, καλαίσθητους, μὲ διχρωμία, ὡραῖα βυζαντινὰ κοσμήματα, βιννιέτες, τοὺς ἁγίους συγγραφεῖς ἀποδιδομένους σὲ γραμμικὲς ἰχνογραφήσεις καὶ στὸν πέμπτο τόμο παρατίθεται ἐκτεταμένο εὑρετήριο. Ἤδη ἡ Φιλοκαλία τοῦ «Ἀστέρος» ἀριθμεῖ τέσσερεις ἐκδόσεις, γεγονὸς ποὺ δίνει τὸ μέτρο τῆς ἀπηχήσεώς της στὸν ὀρθόδοξο λαό μας.
Ἀλλὰ ὁ χρόνος, οἱ συνθῆκες ἀκολουθοῦν τὴ νομοτέλειά τους, ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ ἀλλαγὲς καὶ μεταβολές. Εἰδικότερα, ἔντονες μεταβολὲς ἔχουν σημειωθεῖ στὴ γλῶσσα. Ἑπόμενο λοιπὸν εἶναι, ἡ γλῶσσα τῆς Φιλοκαλίας νὰ δημιουργεῖ πρόβλημα κατανοήσεώς της, ἠπιότερο πρὸ εἰκοσαετίας, ὀξύτερο τώρα καὶ ὀξύτατο ἀργότερα. Ἀπὸ πολλὰ χρόνια εἶχε κατανοηθεῖ, ὅτι τὰ πατερικὰ κείμενα θὰ ἔπρεπε νὰ καταστοῦν προσιτὰ στὸν πολὺ ὀρθόδοξο λαό, μὲ μιὰ γλωσσικὴ ἁπλούστευση, πρᾶγμα ποὺ συνεκίνησε ἀρκετοὺς γιὰ ἕνα τέτοιο ἔργο καὶ συγκεκριμένως γιὰ ὁλόκληρη τὴ Φιλοκαλία. Ἀλλὰ τὸ ἔργο ἀπαιτοῦσε καὶ χρόνο καὶ ἱκανότητα καὶ μιὰ συγγενῆ γεύση πρὸς τὶς πατερικὲς ἐμπειρίες. Ἐκεῖνος ποὺ ἀναδέχθηκε τὸν μόχθο τοῦ ἀθλήματος, ἦταν ὁ ἤδη μακαρίτης Ἐφέτης Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, πατέρας τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγητῆ τῆς θεολογίας κ. Γεωργίου Γαλίτη, ὁ ὁποῖος μὲ αἴσθηση εὐθύνης, μὲ ἀγάπη καὶ γεύση τῶν ἁγιοπνευματικῶν κειμένων, ἔφερε σὲ αἴσιο πέρας τὸ μέγα αὐτὸ ἔργο. Ὁ ὑποφαινόμενος εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ διαβάσει πρὸ οκταετίας τὴν θαυμάσια μεταφραστικὴ ἐργασία τοῦ ἀνωτέρω δικαστικοῦ, τὸν ὁποῖο καὶ προσωπικῶς ἐγνώρισε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξηγήσει, πὼς ἕνας λειτουργὸς τῆς Θέμιδος κατόρθωσε νὰ προσεγγίσει τὸν νοῦ τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ νὰ ἀποδώσει μὲ τόση ἀκρίβεια τὰ λεπτότατα ἐκ πνευματικῆς ἐμπειρίας νοήματά τους. Ὁ μακαρίτης ἦταν ἀπὸ τὴ νεότητά του φιλομόναχος καὶ ἐντρυφοῦσε πάντοτε στὴ Φιλοκαλία. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο, μαζὶ μὲ τὴν δεδομένη ὀρθόδοξη αἴσθησή του, ποὺ τοῦ δωροφόρησε ὁ χριστιανικὸς πνευματικός του βίος, ἐξηγοῦν τὴν ἐπιτυχημένη ἀπόδοση τῶν φιλοκαλικῶν κειμένων σὲ μιὰ σώφρονα ὁμιλουμένη γλῶσσα, ποὺ ἐπιχείρησε ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς μεταδόσεως στὸ ἐρύτερο ὀρθόδοξο κοινὸ τῶν ἁγιοπνευματικῶν θησαυρῶν τῶν Πατέρων.
Ὁ Θεός, στὴ συνέχεια, οἰκονόμησε καὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν πιστῶν, διὰ τῆς ἐκδόσεως τῆς μεταφρασμένης σὲ ἁπλούστερο γλωσσικὸ ἰδίωμα Φιλοκαλίας. Τὴν ἕτοιμη γιὰ τὴν δημοσιότητα αὐτὴ ἐργασία, ἀνέλαβε ὁ σχετικῶς νέος ἐκδότης βιβλίων κ. Νικόλαος Χίτογλου. Ὁ ὁποῖος ἀπὸ θεῖο ζῆλο κινούμενος, θέλησε νὰ προσφέρει τὸ μνημειῶδες αὐτὸ ἀπαύγασμα τῶν ὑψηλοτέρων ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειριῶν, στὸν ἑλληνόφωνο ὀρθόδοξο λαό μας, χωρὶς ἐμπορικὸ ὑπολογισμό. Κι ἔτσι τὸ μέγα αὐτὸ ἔργο, ποὺ γιὰ πολλοὺς ἀδελφοὺς ἀποτελεῖ «κῆπον κεκλεισμένον καὶ πηγὴν ἐσφραγισμένην», λόγῳ γλώσσας, θὰ γίνει κτῆμα ἀπὸ τὸ εὐρύτερο κοινό.
* * *
Ὡς πρὸς τὴν σημασία τῶν ἀνθολογημένων ἔργων τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, θὰ ἐπαναλάβουμε, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὅτι ἡ Φιλοκαλία εἶναι «...ταμεῖο τῆς νήψεως, φυλακτήριο τοῦ νοῦ, μυστικὸ σχολεῖο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἐξαίρετη ὑποτύπωση τῆς πρακτικῆς ἀγωγῆς, ἀπλανὴς ὁδηγὸς τῆς πνευματικῆς θεωρίας, ὁ πατερικὸς Παράδεισος, ἡ χρυσῆ ἁλυσίδα τῶν ἀρετῶν, ἡ συνεχὴς ἐνασχόληση μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, ἡ σάλπιγγα ποὺ ἐπαναφέρει τὴ χάρη καὶ τὸ μυριοπόθητο ὄργανο τῆς θεώσεως...».
Οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ ἀναφέρονται κυρίως στὴ νοερὰ προσευχή. Καὶ ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ ὅλο τὸ Προοίμιο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, σκοπὸς τῶν ἐκδοτῶν τῆς Φιλοκαλίας ἦταν ἡ προβολὴ τῆς προσευχῆς αὐτῆς, πρᾶγμα πιστούμενο ὄχι μόνον ἀπὸ ἄλλα ἔργα τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχή, ποὺ ἀσκοῦσαν οἱ δύο αὐτοὶ Ὅσιοι σὲ ὅλο τὸ βίο τους. Ἔτσι, βλέπουμε σὲ αὐθεντικὲς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Μακαρίου, νὰ τὸν ἀποδίδουν, παρ’ ὅτι ἦταν ἱεράρχης, μὲ μοναχικὴ ἀμφίεση, μὲ τὸ κομβοσχοίνι στὸ χέρι καὶ μὲ ἐλαφρῶς στραμμένη τὴν ὁσία κεφαλή του πρὸς τὰ ἀριστερά, ὅπως συνηθίζουν οἱ ἐργάτες τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ὁ δὲ Ἅγιος Νικόδημος, στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, ἐπανελάμβανε τὴν μονολόγιστη εὐχὴ ἐκφώνως, γιατί δὲν μποροῦσε πλέον νὰ τὴν λέγει μυστικά, ἐπειδὴ ὁ νοῦς του εἶχε ἐξασθενήσει, ὅπως ἔλεγε.
Ὅμως, ἡ Φιλοκαλία δὲν ἀποτελεῖ μόνο διδασκαλία τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολο τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων Πατέρων, σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις τῶν κινήσεων τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Καὶ ἀντιφεγγίζει τὶς ἀστραπὲς καὶ τὶς ἐλλάμψεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπάνω στὶς καθαρὲς ψυχὲς τῶν Ἁγίων, ὡς «καρπὸς τοῦ Πνεύματος», ὅπως καὶ τὰ ἀπηχήματα τῶν πολέμων μὲ τοὺς ἀόρατους δαίμονες, τὰ ψεκτὰ πάθη καὶ τὶς γοητεῖες τοῦ κόσμου.
Ἂν ἡ Φιλοκαλία, ὡς συλλογὴ πατερικῶν κειμένων, δὲν ἐξαντλεῖ ὅλο τὸν πλοῦτο τῆς πατερικῆς γραμματείας, γίνεται φανερό, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα μόνο μέρος της καὶ ἀπὸ ὁρισμένους μόνον ἁγίους Πατέρες. Ἀλλὰ πάντως ἐκπροσωπεῖ σὲ ὅλη τὴν πληρότητά τους τὶς ποικίλες πνευματικές, ἀσκητικές, ἡσυχαστικὲς καὶ θεολογικὲς ἐμπειρίες τῶν θείων Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴν ἑνότητα στὰ οὐσιώδη καὶ τὴν ἰδιοτυπία τους, χάρη στὴν ἰδιοπροσωπεία ἑκάστου. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμφανίζονται κάποιες ἰδιομορφίες στὰ ἀσκητικὰ μέσα, στοὺς τρόπους πνευματικῆς ἐργασίας, στὸν τονισμὸ ὁρισμένων ἀρετῶν καὶ στὴν πνευματικὴ καὶ θεωρητικὴ ἐμβέλεια ἑκάστου.
Πραγματικά, στὸ χῶρο τῶν Ἁγίων Πατέρων διαπιστώνουμε διακρίσεις, ὀφειλόμενες στὴ διαφορὰ φυσικῆς καταβολῆς, παιδείας, χαρακτῆρα, δεκτικότητας χαρισμάτων, ποὺ προσδιορίζουν τὶς ἰδιοτυπίες, ἀφοῦ ὅπως λέγει ὁ Ὁμολογητὴς Μάξιμος· «τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ κατὰ τὴν ὑποκειμένη διάθεση στὴν ψυχὴ» καὶ ὅτι, «οὔτε σοφία ἐνεργεῖ, οὔτε λόγο στὸ μὴ δεκτικὸ σοφίας καὶ λόγου νοῦ», γεγονὸς ποὺ σημαίνει ὅτι ἀφήνει ἀνέπαφη τὴν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς καὶ ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ ἀνάλογα πρὸς τὰ προϋπάρχοντα φυσικὰ καὶ ἐπίκτητα στοιχεῖα ἑκάστου.
Ἤδη αὐτὰ ἐξηγοῦν τὴν ποικιλία, τὶς ἰδιοτυπίες καὶ τὶς διαφόρου ἀποκλίσεως κινήσεις τοῦ νοῦ τῶν ἁγίων Πατέρων, ὅπως καταφαίνεται στὴ Φιλοκαλία καὶ σὲ μὴ περιληφθέντα στὸ σῶμα αὐτὸ κείμενα. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐπιμερίζει τὰ χαρίσματα κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς δεκτικότητας τῶν φορέων τους καὶ τῶν ἰδιοτυπιῶν τους, ὅπως ἐλέχθη, χωρὶς νὰ αἴρεται ἡ ἑνότητα τῆς διδασκαλίας τους στὰ οὐσιώδη, ἐνῷ παραλλήλως «ἀθλοῦν νομίμως», μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ προσευχές, μὲ βαθιὰ ταπείνωση, μὲ δάκρυα μετάνοιας καὶ ἀγάπης καὶ «τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς».
Ὁ γνησίως ὀρθόδοξος αὐτὸς τρόπος ἀσκητικῆς ἀγωγῆς καὶ πνευματικῆς ἀθλήσεως παράγει «γνώση» ἀληθινή, γιατί ἐπάνω στὴν καθαιρόμενη ψυχὴ ἀναλάμπει τὸ φῶς τῆς χάρης τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ σκηνώνει ὁ Παράκλητος, ποὺ ἐνεργεῖ τὶς ἐλλάμψεις καὶ τὴν μυστικὴ ἕνωση μετὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπειδὴ τὸ Πνεῦμα εἶναι ἑνοποιόν, «διαιροῦν τὰ χαρίσματα», ἡ ἑνότητα στὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ψηλαφητὴ καὶ διαφαίνεται καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ποικιλία τῶν χαρισμάτων καὶ τῶν προσωπικῶν ἰδιοτυπιῶν.
Θὰ ἔπρεπε ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ἡ πνευματικὴ ἑνότητα τῶν Ἁγίων, ἡ λεγόμενη «συμφωνία τῶν Πατέρων», ἀποτελεῖ τὸ ὑπέρτατο κριτήριο τῆς ἀλήθειας, μὲ τὸ ὁποῖο ἐλέγχονται οἱ παραχαράξεις, οἱ ἡμιαλήθειες, ποὺ εἰσάγουν στὸν περίβολο τῆς Ἐκκλησίας «οἱ ἔχοντες τὴν μόρφωσιν τῆς εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» (Β΄ Τιμ. γ΄ 5) καὶ προκαλοῦν σύγχυση μεταξὺ τῶν πιστῶν, ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχουν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα πρὸς διάκρισην τοῦ καλοῦ». Ἡ μεγάλη καὶ παντοτεινὴ πληγὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι ὁ λανθάνων ὀρθολογισμός, οἱ αὐθαίρετες φαντασίες, οἱ ψυχικοὶ συλλογισμοί, ποὺ δὲν προῆλθαν ἀπὸ τὴν «νόμιμη ἄθληση», δηλαδὴ ἀπὸ τὴν «πράξη», ποὺ ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τῆς «ἐπιβάσεως» στὴ θεωρία. Καὶ ἡ «ἀχαλίνωτος θεωρία ὤσειεν ἂν κατὰ κρημνῶν» λέγει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος.
Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ Φιλοκαλία, σὰν κωδικοποιημένη διδασκαλία τῶν θείων Πατέρων σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ θεολογίας, εἶναι μία ἀληθινὴ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, γιατί φρονηματίζει θεοφρόνως, ἐλέγχει ὁσίως, δακτυλοδεικτεῖ τὸν «μετασχηματιζόμενον εἰς ἄγγελον φωτός», χαρίζει τὴν βεβαιότητα τῆς ἀλήθειας «ἐν χάριτι», ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια, προκαλεῖ τὴν ταπείνωση, καλλιεργεῖ τὴν διπλῆ ἀγάπη, καθαρίζει τὴν ψυχή, ἐλλάμπει τὴν καρδιά, θεώνει τὸν νοῦ καὶ ἑνώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ σὲ μιὰ ἐρωτικὴ ἀλληλοπεριχώρηση κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν» (Ἰω. ιδ΄ 20).
Ἴσως παρατηρηθεῖ ὅτι ἡ Φιλοκαλία ἀπευθύνεται κυρίως σὲ μοναχούς, ἀλλὰ θὰ ἀντιπαρατηρήσουμε ὅτι εἶναι προσιτὴ καὶ ὠφέλιμη καὶ σὲ μὴ μοναχούς. Γιατί συντελεῖ στὴ διαμόρφωση τῆς ψυχῆς ὀρθοδόξως, κι ἑπομένως τὴν προστατεύει ἀπὸ ἠθικισμούς, ποὺ γεννοῦν αὐτάρκεια «ἐν τοῖς ἐλαχίστοις» καὶ μάταιη οἴηση. Ἀλλὰ ἐπιπλέον παρέχει καὶ πλούσια πνευματικὰ στοιχεῖα γιὰ βίωση μέσα στὸν κόσμο, ἀφοῦ εἶναι δεδομένη ἡ ἱεράρχηση κατὰ τὸ «Φῶς μὲν μοναχοῖς, ἄγγελοι· φῶς δὲ λαϊκοῖς, μοναχοὶ»2.
Ἄξιο καὶ δίκαιο εἶναι νὰ κλείσουμε τὶς γραμμὲς αὐτὲς μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου: «...Ἐλᾶτε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, λαϊκοὶ καὶ μοναχοί, ὅσοι τρέχετε νὰ βρεῖτε τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει μέσα σας, καὶ τὸν θησαυρὸ ποὺ εἶναι στὸν ἀγρὸ τῆς καρδιᾶς σας, δηλαδὴ τὸν γλυκὺ Ἰησοῦ Χριστό. Μὲ τὸ σκοπὸ ὅπως, ἀφοῦ ἐλευθερωθεῖ ὁ νοῦς σας ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία στὰ γήινα καὶ ἀπὸ τὴν ἄτακτη περιφορά του καὶ καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη ἡ καρδιὰ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη καὶ φοβερὴ ἐπίκληση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴ συνέργεια τῶν ἄλλων ἀρετῶν, ποὺ διδάσκονται στὸ βιβλίο αὐτό, ἑνωθεῖτε πρῶτα μὲ τὸν ἑαυτό σας καὶ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ σας μὲ τὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὴν παράκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ εἶπε: «Ἵνα ὦσιν ἐν, ὡς ἡμεῖς ἐν ἐσμέν». Κι ἔτσι, ἑνωμένοι μὲ τὸ Θεὸ καὶ τελείως ἀλλοιωμένοι ἀπὸ τὴν ἐνέργεια καὶ ἔκσταση τοῦ θείου ἔρωτα, θεωθεῖτε στὸ πιὸ ὑψηλὸ ἐπίπεδο, μὲ νοερὴ αἴσθηση καὶ ἀδίστακτη βεβαιότητα, ἐπανερχόμενοι στὸν πρῶτο σκοπὸ τοῦ Θεοῦ – ποὺ ἦταν ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου – νὰ δοξάζετε τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴ μία θεαρχικότατη Θεότητα, στὴν ὁποία πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»
«Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα του», Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Β΄ ἔκδοσις, Ἀθῆναι, 1978, σελ. 92-93.
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος κς΄: Περὶ διακρίσεως, στίχος 23.
