Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες στὸν 20ο αἰῶνα
Ὁ μὲν εἰς ὀνομάζεται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας Θεολόγος. Ὁ δὲ ἕτερος ἀναγνωρίζεται Οὐρανοφάντωρ. Καὶ εἰς τὸν τρίτον, ἀποδίδεται ὁ τίτλος τοῦ Χρυσοστόμου. Ὀνόματα μεγάλα, μοναδικά, ἀνεπανάληπτα.
Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης | Ἁγιορεῖτες Πατέρες | Τρεῖς Ἱεράρχες

Συνήθως, ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν διὰ τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, συμβαίνει νὰ μεταφερώμεθα εἰς τὴν ἐποχήν των. Καί, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸ κλίμα τοῦ παρελθόντος, νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἀνήκουν μόνον εἰς τὸν αἰῶνα των.
Παρ’ ὅτι καὶ τώρα τοὺς τιμῶμεν, ἔχομεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ βίος των, τὰ ἔργα των, ἡ διδαχή των, ἰσχύουν μόνον διὰ τὴν ἐποχήν των.
Ἐν τούτοις, οἱ ἅγιοι «εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι». Διότι ἡ ζωή των καὶ ἡ διδαχή των περιέχει τὴν αἰωνίαν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὡς τοιαύτη παραμένει ἄφθαρτος ἀπὸ τὸν χρόνον καὶ τὰς μεταβολὰς τοῦ κόσμου.
Αὐτὸ ἔχει ἐφαρμογὴν εἰς τὴν πληρότητά του διὰ τοὺς «Τρεῖς Ἱεράρχας». Ὅ,τι τοὺς ἔκαμε μεγάλους εἰς τὴν ἐποχήν των, τὸ ἴδιον τοὺς καθιστᾶ μεγάλους ὕστερα ἀπὸ δέκα πέντε αἰῶνας καὶ μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου. Καμμία ἐγκοσμία μεταλλαγή, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνατρέψη τὴν θέσιν ποὺ κατέχουν οἱ «Τρεῖς Ἱεράρχαι» ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
Ἡ λογοκρατούμενη ἐποχή μας, ἡ δώσασα «βιβλίον ἀποστασίου» εἰς τὴν μυστικὴν ζωήν, θέλει νὰ βλέπη εἰς τοὺς «Τρεῖς Ἱεράρχας» τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων, τοὺς ἐραστὰς τῆς κλασσικῆς σοφίας, τοὺς συνδυάσαντας ἢ συμφιλιώσαντας τὸν Χριστιανισμὸν μὲ τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα.
Καὶ ναὶ μὲν ἡ κλασσική τους παιδεία εἶναι σημαντικωτάτη. Καὶ ὁ ἑλληνικὸς λόγο, ὁλολαμπὴς ἀπὸ τὰς ἀστραπὰς τῆς μεγαλοφυΐας των, ἀκτινοβολεῖ εἰς τὰ συγγράμματά των.
Ἐκεῖνο ὅμως, ποὺ τοὺς καθιστᾶ «τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου Θεότητος», δὲν εἶναι τὰ γράμματα, ἀλλὰ ἡ ἁγιότης των. Αὐτή, ποὺ ἐλάμπρυνε τὸν ἑλληνικὸν λόγον. Καὶ ἀπὸ διανοητικὸν τὸν μετουσίωσεν εἰς πνευματικὸν δι’ ὃ καὶ θέλγοντα τὰς καρδίας τῶν πιστευόντων.
Καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν ἀμέσως, ὅτι χωρὶς τὴν ἁγιότητα τῆς ψυχῆς, δὲν θὰ ἦσαν παρὰ φιλόσοφοι ἢ θεολογοῦντες, ἀνίκανοι νὰ ἀνέλθουν εἰς τὰς κορυφὰς τῆς «γνώσεως», ὅπου ἔφθασαν. Καὶ ἡ θεολογία των, δὲν θὰ διετήρει μέχρι σήμερον τὸ κῦρος της, ἐὰν δὲν κατηυγάζετο ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, ὁ μὲν εἰς ὀνομάζεται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας Θεολόγος. Ὁ δὲ ἕτερος ἀναγνωρίζεται Οὐρανοφάντωρ. Καὶ εἰς τὸν τρίτον, ἀποδίδεται ὁ τίτλος τοῦ Χρυσοστόμου. Ὀνόματα μεγάλα, μοναδικά, ἀνεπανάληπτα.
Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τὴν κλασσικὴν παιδείαν εἰς τὰς συγκεκριμένας μορφάς της.
Ὁ κλασσικισμός, φρονοῦμεν, δύναται εἰς πέντε τομεῖς νὰ ὐποδιαιρεθῇ. Εἰς τὴν μεταφυσικήν, τὴν ἠθικήν, τὴν Τέχνην, τὴν γνωσιολογίαν, τὰς πολιτικὰς ἐπιστήμας.
Ἐὰν ἀντιπαραθέσωμεν εἰς τὰ ἀνωτέρω, τὰ ἐνδιαφέροντα τῶν «Τριῶν Ἱεραρχῶν», θὰ διαπιστώσωμεν ὅτι περὶ μεταφυσικῆς μέν, οὐδεὶς λόγος δύναται γίνη. Ἐκεῖ εἰδωλολατρία, ἐδῶ Ἀποκάλυψις. Περὶ δὲ ἠθικῆς, πέραν φυσικῶν τινων στοιχείων ἠθικῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώση ὁ Κλασσικισμός. Ὁ Χριστιανισμὸς ἐκόμισεν ὑπεφυσικὴν ἠθικήν, διδασκαλίαν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἀλλὰ καὶ ἡ Τέχνη, ὡς καλλιτεχνία ἐκπορευομένη ἀπὸ τὴν διεφθαρμένην, διὰ τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας, καρδίαν, ἐκινήθη εἰς τὰ φυσικά της ὅρια, ὡς αἰσθητικὴ μόνον.
Οἱ «Τρεῖς Ἱεράρχαι», ἀνελθόντες εἰς τοὺς κόσμους τοῦ Πνεύματος, ἀνεχώνευσαν εἰς τὰς ψυχάς των τὴν φυσικὴν αἰσθητικὴν καὶ ἐβίωσαν τὸ πνευματικὸν κάλλος. Ἡ λάμψις καὶ τὸ πνευματικὸν θέλγητρον τοῦ θείου κάλλους, ἀναδίδονται πυκνῶς ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν των.
Ὡς πρὸς τὴν γνωσιολογίαν, ποίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχη ὁ «σπερματικὸς λόγος», ὁ λόγος ὅπου ἀναβλύζει ἀπὸ ἐσκοτισμένας ψυχάς, τὰς ὁποίας «ἄγριός τις δαίμων ἐνήχησε», μὲ τὸν λόγον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν λόγον τῆς Ἀποκαλύψεως;
Περὶ δὲ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, εἶναι περιττὸν νὰ ὀμιλήση τις, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστιανισμὸς μετέφερε τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν οὐρανόν. «Ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν ὦδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν».
Καταφαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀποδιδομένη εἰς τοὺς «Τρεῖς Ἱεράρχας»... ἐνοχή, ὅτι συνέζευξαν τὸν κλασσικισμὸν μὲ τὸν Χριστιανισμόν, εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτος. Διατί; Ἁπλούστατα, τὸν ξεπέρασαν!
Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνη ἄλλως. Μόνον ἐστερημένοι ὀρθοδόξων κριτηρίων, ἠμποροῦν νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι δὲν βλέπουν μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τοῦ θείου φωτός, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κατελάμφθησαν οἱ θεῖοι αὐτοὶ Πατέρες, καὶ τῶν πυγολαμπίδων τῆς κλασσικῆς φιλοσοφίας.
Βεβαίως, προκειμένου περὶ τοῦ Δυτικοῦ, λεγομένου Χριστιανισμοῦ, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Καὶ τοῦτο, διότι ἐνῷ οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς, ζῶντες τὴν μυστικὴν ἐν Χριστῷ ζωήν, ἐδέχοντο τὰς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἰς τὴν Δύσιν ἡ Θεολογία ἀπὸ τοῦ ἑνδεκάτου αἰῶνος εἶχε μεταβληθῇ εἰς φιλοσοφίαν.
Ἄριστα, ἑπομένως, δύναται νὰ ὁμιλῇ κανεὶς περὶ μίξεως τοῦ κλασσικισμοῦ μετὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅταν ἔχη ὑπ’ ὄψιν του τὴν Λατινικὴν καὶ τὰς λατινογενεῖς ἐκκλησίας, ἔνθα ὁμιλεῖ, διὰ λογαριασμὸν τῆς ἀποκεκαλυμμένης θρησκείας, ὁ «ἅγιος Ἀριστοτέλης»!
Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ὅμως Ἐκκλησίαν, ἀπὸ τῆς Ἀποστολικῆς ἐποχῆς μέχρι σήμερον, -ὡς εἰκὸς καὶ διὰ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν- λαλεῖ αὐτὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Οὕτω ἐξηγεῖται διατὶ ἡ ἑσπερία Δύσις περιέπεσεν εἰς τόσας ἀπιθάνους αἱρέσεις, ἐνῷ ἡ Ἐώα Ὀρθοδοξία μας παρέμεινεν Ὀρθο-δοξία.
Ἀλλὰ τί ἦτο ἐκεῖνο ὥστε, παρὰ τὸν μέγαν πειρασμὸν ἐκ τῆς πλουσίας παγανιστικῆς μορφώσεώς των, νὰ καταστοῦν δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ διδασκαλία των νὰ ἀποβῇ κανὼν θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτοὶ νὰ γεραίρωνται εἰς τοὺς αἰῶνας «ὡς μελίρρυτοι ποταμοὶ τῆς σοφίας».
Ἦτο, ἡ ἔκτακτος καταβολὴ τῆς φύσεως, ἡ εὔροια καὶ τὸ βάθος τῆς μαθήσεως καὶ ἡ ἄφθονος θεία χάρις. Ἀλλὰ ἡ θεία χάρις δὲν δίδεται, ἂν δὲν ζητηθῇ. Καὶ ἂν δὲν ἔχη τόπον νὰ ἀναπαυθῇ. Ὅ,τι δὲ ἔδωσαν οἱ μεγάλοι Ἱεράρχαι, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἀνθρωπίνης προσφορᾶς των, ἦτο ὁ προσωπικὸς ἀγών, ἡ ἀσκητικότης, τὸ πνευματικὸν πένθος, τὸ καρδιακὸν δάκρυον, ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή των, ἡ πίστις, ἡ ἐλπίς, ἡ ἀγάπη των.
Χωρὶς τὸν ἀγῶνα των πρὸς κάθαρσιν ἀπὸ τῶν ψεκτὼν παθῶν, οὔτε ἡ μεγαλόνοιά των, οὔτε ἡ μεγάλη παιδεία των, οὔτε τὰ χρηστά, κατὰ οἰκογενειακὴν χριστιανικὴν Παράδοσιν ἤθη των, θὰ τοὺς ἀνεδείκνυον μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτὸν τὸν ἀσκητικὸν ἀγῶνα τῶν διετήρησαν εἰς ὅλον τὸν βίον των, διὰ νὰ μὴ προσκρούσουν εἰς τὴν πλουσίως ἐνεργοῦσαν εἰς τὰς ψυχὰς των Θείαν Χάριν. Διὰ τοῦτο καὶ πᾶς λόγος των ἀποτελεῖ ὅρον καὶ δόγμα καὶ κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν φύσιν καὶ τὴν οὐσίαν ἔμαθον διὰ πράξεως καὶ θεωρίας, διὰ τῆς Γραφῆς καὶ τῶν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειριῶν των.
Ὁλόκληρος δὲ ἡ διδασκαλία των, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἡ ἀκτινοβολία τῶν ἐνεργημάτων τῆς Θείας Χάριτος εἰς τὰς κεκαθαρμένας, διὰ θείου πυρός, ψυχάς των. Ὅσοι ἔχουν ὀφθαλμοὺς πνευματικοὺς καὶ ἀκοὴν μυστικήν, αὐτοὶ βλέπουν καὶ ἀκούουν τὴν παρουσίαν τοῦ Παρακλήτου εἰς τοὺς «τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι θείων δογμάτων πυρσεύσαντας».
Καὶ ὡς αἰώνιοι Διδάσκαλοι καὶ Ποιμένες, εἶναι παρόντες εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καὶ σήμερον. Καὶ διδάσκουν καὶ Ποιμένας καὶ Λαόν. Καὶ πρόκεινται ὡς τύποι καὶ ὑποδείγματα διὰ τοὺς Ποιμένας καὶ διδασκάλους μας, ἐν τῇ πίστει, τὴ καθαρότητι, τῷ ἤθει, τὴ ἐμμονὴ ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ.
Βεβαίως, δὲν ἀξιοῦμεν νὰ ἴδωμεν Βασιλείους, Χρυσοστόμους, Γρηγορίους. Τὰ χαρίσματα εἶναι «ἀμεταμέλητα». Θέλομεν ὅμως Βασιλειανούς, Χρυσοστομικούς, Γρηγοριανοὺς τοὺς Ποιμένας μας. Νὰ ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη των, κατὰ δύναμιν, εἰς τὴν ἀδοξίαν των, εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψυχῆς των, εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν ἐγρήγορσίν των διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς, εἰς τὴν Πατερικὴν πνευματικότητα, ὥστε νὰ μὴ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον διδασκαλίαν.
Ἐὰν οἱ Ποιμένες μας δὲν οἰκειωθοῦν τὸν νοῦν τῶν ἁγίων Πατέρων, δὲν θὰ ὑπάρξη παῦλα τῶν κακῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
Σήμερον διατὶ συνταράσσεται ἡ ποίμνη τοῦ Χριστοῦ; Διότι Ποιμένες τινές, διατελοῦντες ἀπὸ πολλοῦ ἐν διαστάσει μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐφευρίσκουν, ἐν τῇ συγχύσει των, νέας ὁδοὺς διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐκ τῶν προτέρων καταδεδικασμένας.
Ἡ εὐχή μας εἶναι ὅπως, πρεσβείαις τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ μὲν σεβαστοὶ Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀκολουθήσουν ἐν παντὶ τὰ ἴχνη των. Ὁ δὲ Πατριάρχης κ. Ἀθηναγόρας, διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὁμόνοιαν τῆς Ἐκκλησίας, ἐναρμονισθῇ ἐν παντὶ μὲ τὴν ζωήν, τὰ φρονήματα καὶ τοὺς ἀγῶνας, τῶν δύο ἐκ τῶν τριῶν ἁγίων πρὸ αὐτοῦ Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα «ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν...».
