Οἱ τρεῖς μέγιστοι φωστῆρες τῆς Τρισηλίου Θεότητος
Ἀνέβηκαν ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς τελειώσεως, ἀπὸ τὴν κάθαρση στὸ φωτισμὸ κι ἀπὸ τὸν φωτισμὸ στὴ θέωση, γι’ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν σκεύη ἐκλογῆς, ὄργανα τῆς Χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ἀρχιμανδρίτης Παῦλος Δημητρακόπουλος | Τρεῖς Ἱεράρχες
Ἐν Κυθήροις τῇ 30ῃ Ἰανουαρίου 2026
Ξεχωριστὴ θέση, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὴ χορεία τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας κατέχουν οἱ «τρεῖς μέγιστοι φωστῆρες τῆς Τρισηλίου Θεότητος», ὅπως τοὺς ἀποκαλεῖ ὁ ὑμνογράφος στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, δηλαδὴ ὁ μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τῶν ὁποίων τὴν ἱερὰ μνήμην εὐλαβῶς καὶ χαρμοσύνως τιμᾶ καὶ πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα σὲ μιὰ κοινὴ ἑορτὴ καὶ πανήγυρη. Καὶ οἱ τρεῖς ὑπῆρξαν μεγάλοι καὶ κορυφαῖοι θεολόγοι, μεγάλοι καὶ κορυφαῖοι Ἱεράρχες καὶ ποιμένες καὶ πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Τοὺς ἑορτάζει ὁ οὐρανός, ἡ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, τοὺς ἑορτάζει καὶ ἡ ἐπὶ γῆς στρατευομένη καὶ τοὺς προβάλλει ὡς παραδείγματα πρὸς μίμηση, ὡς παραδείγματα ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος τόσο στὸν κλῆρο ὅσο καὶ στὸ λαό. Πρὸ πάντων ὅμως καὶ κυρίως τοὺς προβάλλει ὡς ὑποδείγματα ἁγίων ποιμένων καὶ διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας γι’ αὐτὸ καὶ σ’ αὐτοὺς βρίσκει πλήρη καὶ τελεία ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας: «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ιω. ι΄ 11).
Σ’ αὐτὴ τὴν χριστομίμητη ποιμαντική τους διακονία θὰ ἑστιάσωμε τὴν προσοχή μας στὴ συνέχεια γιὰ νὰ παραθέσουμε ἐλάχιστα μόνον στοιχεῖα ἀπὸ τὸ πολύπλευρο καὶ πολυσχιδὲς ποιμαντικό τους ἔργο πρὸς δόξαν τῶν ἁγίων καὶ ὠφέλειαν ὅλων μας. Ἐκεῖνο ποὺ κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ τονίσουμε εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ τρεῖς αὐτοὶ οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπῆρξαν κατ’ ἐξοχὴν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος. Ἦταν ἄνθρωποι ταπεινοί, πρᾶοι, ἀκενόδοξοι, ἀνεξίκακοι, καρτερικοί, γεμᾶτοι ἀπὸ ἀγάπη ἀνιδιοτελῆ, γεμᾶτοι ἀπὸ θεῖο ζῆλο καὶ πνεῦμα αὐτοθυσίας. Κατόρθωσαν νὰ κάνουν κτῆμα τοὺς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετὲς μετὰ ἀπὸ πολλοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ κόπους. Ἀνέβηκαν ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς τελειώσεως, ἀπὸ τὴν κάθαρση στὸ φωτισμὸ καὶ ἀπὸ τὸν φωτισμὸ στὴ θέωση, γι’ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν σκεύη ἐκλογῆς, ὄργανα τῆς Χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Οὐδέποτε στὴ ζωή τους ἐπεδίωξαν ἀνθρώπινη δόξα καὶ ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα παρ’ ὅλο ποὺ διέθεταν καὶ οἱ τρεῖς τους πλούσια θεολογικὴ παιδεία ἀλλὰ καὶ μεγάλη καὶ σπάνια κοσμικὴ μόρφωση, διότι εἶχαν καταστεῖ κορυφαῖοι ἐπιστήμονες καὶ ρήτορες καὶ φιλόσοφοι. Ἀντίθετα μάλιστα. Ἐπειδὴ ἦταν ἄνθρωποι βαθιᾶς ταπεινώσεως ἀπέφευγαν τὰ ἀξιώματα, ἀπέφευγαν νὰ ἀναλάβουν ἔργο ποιμαντικῆς διακονίας ψυχῶν, ἀναλογιζόμενοι τὸ βάρος τῆς εὐθύνης ποὺ συνεπάγεται ἕνα τέτοιο ἔργο. Ὁ Θεὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἀνέδειξε Ἱεράρχες καὶ ποιμένες, χωρὶς αὐτοὶ νὰ τὸ ἐπιδιώξουν. Τοὺς ἀνέδειξε προκειμένου νὰ φωτίσουν, νὰ διδάξουν καὶ νὰ ποδηγετήσουν τὸ ποίμνιό τους, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς μεταγενέστερες γενεὲς τῶν πιστῶν. Διὰ τῆς βίας ἀνυφώθηκαν στὴν ἐπισκοπικὴ διακονία. Ἐξαναγκάσθηκε ὁ μέγας Βασίλειος νὰ γίνει ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Τὸ ἴδιο ἐπίσης καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ τὸ θέλει ἀνυψώθηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅταν ἀργότερα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κάποιοι ἐπίσκοποι ἀμφισβήτησαν τὴν νομιμότητα τῆς ἐκλογῆς του στὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα, δὲν δίστασε νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἀναχωρήσει στὴ γενέτειρά του, ἀποφεύγοντας τὴν πρόσκαιρη δόξα τοῦ κόσμου. Τὸ ἴδιο ἐπίσης καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος χωρὶς κἂν νὰ τὸ ἐννοήσει βρέθηκε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὴ βασιλεύουσα μὲ ἀπατηλὸ τέχνασμα τοῦ αὐτοκράτορος.
Κατὰ μίμηση τοῦ καλοῦ ποιμένος καὶ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ ἐποίμαναν τὸ ποίμνιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς μὲ ζῆλο, μὲ θερμὴ προαίρεση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ πνεῦμα αὐτοθυσίας καὶ αὐταπαρνήσεως, διδάσκοντας καὶ κατηχῶντας τὸν λαὸ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως, νουθετῶντας τοὺς ἀτάκτους, παρηγορῶντας τοὺς ἐν θλίψει καὶ πειρασμοῖς εὑρισκομένους, στηρίζοντας τοὺς ὀλιγοψύχους, μακροθυμῶντας πρὸς πάντας. Δὲν ἐφείσθησαν κόπων, στερήσεων, ἀγώνων καὶ θυσιῶν. Τὰ πλούτη, τοὺς θρόνους καὶ τὴ ζωή τους τὰ θυσίασαν ὅλα χάριν τῶν λογικῶν προβάτων, προκειμένου νὰ εὐαρεστήσουν στὸν Κύριο.
Ἰδιαιτέρως ἀγωνίσθηκαν νὰ διατρανώσουν τὰ ὀρθόδοξα δόγματα καὶ νὰ καταπολεμήσουν τὶς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προκειμένου νὰ προφυλάξουν τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν θανάσιμο κίνδυνο τῶν αἱρέσεων καὶ ἰδίως τὸν Ἀρειανισμό, νὰ σώσουν τοὺς πεπλανημένους καὶ νὰ στερεώσουν τὴν Ὀρθοδοξία σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Μὲ γενναιότητα, ἀνδρεῖα καὶ θάρρος ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους καὶ δὲν δίστασαν νὰ ἐλέγξουν ἀκόμη καὶ ἡγεμόνες καὶ ἀξιωματούχους τοῦ παλατιοῦ, ὅταν αὐτοὶ παρασύρθηκαν στὴν αἵρεση, ἢ ἀδικοῦσαν τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀδυνάτους. Εἶναι γνωστὸς ὁ διάλογος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μὲ τὸν αὐτοκράτορα Οὐάλη, ὅταν αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἐξαναγκάσει νὰ δεχθεῖ τὸν Ἀρειανισμό. Μὲ ἀνδρεῖο καὶ ὁμολογιακὸ φρόνημα ὁ ἅγιος ἀντέκρουσε τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὶς ἀπειλές του, ἔτσι ὥστε νὰ θαυμάζει ὁ ἡγεμόνας γιὰ τὸ θάρρος του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἑτοιμότητά του νὰ ὑπομείνει ἀκόμη καὶ μαρτύριο χάριν τῆς πίστεως.
Ἐπίσης εἶναι γνωστοὶ οἱ ἀντιαιρετικοὶ ἀγῶνες κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θεολόγου, ὁ ὁποῖος ὡς ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ὑπερασπίσθηκε μὲ καταπληκτικὸ θάρρος τὴν Ὀρθοδοξία, συντρίβοντας τὶς πλάνες των ἀρειανών, ποὺ εἶχαν πλημμυρίσει τότε τὴν Βασιλεύουσα. Ἡ κατάσταση τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν πολὺ δύσκολη. Ὅλοι οἱ ναοί τῆς Βασιλεύουσας ἦταν στὰ χέρια τῶν αἱρετικῶν. Ὅμως, ὁ Ἅγιος δὲν ἀπελπίσθηκε. Μετέτρεψε ἕνα δωμάτιο στὸ σπίτι, ὅπου τὸν φιλοξενοῦσαν, σὲ ναὸ καὶ τὸν ὀνόμασε ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Στὸ ναὸ αὐτὸ ἐξεφώνισε τοὺς περίφημους πέντε θεολογικούς του λόγους, ποὺ τοῦ ἔδωσαν δίκαια τὸν τίτλο τοῦ Θεολόγου. Σπουδαιότατη ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀντιαιρετικὴ δράση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος κυρίως καὶ πρωτίστως μὲ τὰ ἀντιαιρετικά του συγγράμματα ἀνέτρεψε τὶς πλάνες του Ἀρειανισμοῦ. Πέραν αὐτῶν ὑπῆρξε ἀδυσώπητος ἐλεγκτὴς κάθε παρανομίας καὶ κακίας. Δὲν δίστασε νὰ ἐλεγξει ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, γιὰ τὶς παρανομίες της.
Ἀξιοθαύμαστη ἦταν καὶ ἡ διακονία τους στὸν τομέα τῆς φιλανθρωπίας. Καὶ οἱ τρεῖς τους ἀνέπτυξαν καὶ παρουσίασαν μιὰ τόσο ὑψηλὴ καὶ τόσο πολύπλευρη φιλανθρωπικὴ δράση, ὥστε νὰ καταστοῦν αἰώνια πρότυπα ἔμπρακτης ἀγάπης καὶ ὑποδείγματα πρὸς μίμηση. Καὶ οἱ τρεῖς τους διέθεσαν ὅσα κληρονομικὰ πλούτη εἶχαν στὴ φιλανθρωπία, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσοδα τῶν Μητροπόλεών των. Ἐνῷ ἦταν πλούσιοι, ἔγιναν φτωχοὶ ἑκουσίως καὶ προτίμησαν νὰ ζοῦν μὲ πτωχεία, μὲ στερήσεις καὶ κακουχίες γιὰ νὰ χορτάσουν πεινασμένους, νὰ ἐνδύσουν γυμνοὺς καὶ νὰ ἐξαγοράσουν αἰχμαλώτους. Εἶναι γνωστὴ ἡ Βασιλειάδα, τὴν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μέγας Βασίλειος, ποὺ ἀποτελοῦσε τότε ἕνα ὑπέροχο συγκρότημα φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, ὅπου ὁ κάθε πονεμένος καὶ ἄπορος καὶ ξένος καὶ ὀρφανὸς ἔβρισκε παρηγοριὰ καὶ καταφύγιο. Ὁ ἴδιος ὁ μέγας Βασίλειος διακονοῦσε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, δίνοντας τὸ καλὸ παράδειγμα σὲ ὅλους. Τὸ ἴδιος ἔκανε καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος γέμισε μὲ νοσοκομεῖα καὶ ἄσυλα καὶ ὀρφανοτροφεῖα τὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ βρίσκει καταφύγιο κάθε δυστυχισμένος ἄνθρωπος, ἐνῷ αὐτὸς ζοῦσε μὲ χόρτα καὶ ξερὸ ψωμί.
Καὶ οἱ τρεῖς τους μᾶς ἄφησαν ἕνα σπουδαιότατο καὶ πλουσιότατο συγγραφικὸ ἔργο ποὺ ἀποτελεῖ γιὰ ὅλες τὶς γενεὲς τῶν πιστῶν πολύτιμο θησαυρὸ καὶ παρακαταθήκη ἀνεκτίμητη. Ἔγραψαν λόγους, ὁμιλίες, πραγματεῖες, μελέτες καὶ ἐπιστολές, ποὺ καλύπτουν ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἑρμήνευσαν ὅλη σχεδὸν τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ πολλὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς. Ἔγραψαν ἔργα ἀσκητικά, δογματικά, ἀντιαιρετικά, ἑρμηνευτικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ἀπολογητικά, ἐγκωμιαστικά. Ἀπὸ τὰ λειτουργικά τους συγγράμματα κορυφαία θέση κατέχουν οἱ Θεῖες Λειτουργίες των, τὶς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία μας στὴ λατρευτικὴ ζωή της, τοῦ μὲν ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου σχεδὸν καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους, ἐνῷ τοῦ μεγάλου Βασιλείου 10 φορὲς τὸ χρόνο. Τὰ θεοφώτιστα αὐτὰ ἔργα τους, ἀποτέλεσαν σημεῖο ἀναφορᾶς σὲ ὅλους τοὺς μεταγενέστερους ἁγίους Πατέρες καὶ διδασκαλους διὰ μέσου τῶν αἰώνων μέχρι σήμερα.
Ὅσα μὲ πολλὴ συντομία ἀναφέραμε, μᾶς βοηθοῦν νὰ πάρουμε μιὰ ἀμυδρή, ἔστω, εἰκόνα τῆς ἀρετῆς, τῆς ἁγιότητος, τῆς διακονίας καὶ τῆς ποικίλης προσφορᾶς τῶν σημέρα ἑορταζομένων ἁγίων. Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ τοὺς μιμηθοῦμε κατὰ δύναμιν. Ἡ ὀρθή τους πίστη, ἡ ἀληθινὴ καὶ θεάρεστος λατρεία τους, ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη τους, ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἁγιότης τους ἂς γίνουν σημεῖα ἀναφορᾶς καὶ πηγὴ ἐμπνεύσεως γιὰ ὅλους μας καὶ γιὰ ὅλη τὴ ζωή μας. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο εὔχομαι νὰ γίνει σὲ ὅλους μας μὲ τὴ Χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τῶν ἁγίων τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Παῦλος Δημητρακόπουλος εἶναι θεολόγος, ἰατρός, συγγραφέας καὶ κληρικὸς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυθήρων καὶ Ἀντικυθήρων

