Ὁ ἅγιος τῆς μετάνοιας καὶ τῶν δακρύων
Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος εἶναι φωτεινὸ παράδειγμα ἀληθινοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἔζησε ὁλόκληρη τὴ ζωή του, χύνοντας ποταμοὺς δακρύων μετανοίας. Δίκαια χαρακτηρίζεται ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος τῶν δακρύων.
Λάμπρος Σκόντζος | Μετάνοια | Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος
Ἡ Συρία ὑπῆρξε ἡ ἀρχέγονη κοιτίδα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἄλλωστε, ἐκεῖ καθιερώθηκε κι ἡ ὀνομασία τῶν Χριστιανῶν, ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ (Πράξ. ια΄ 25). Μυριάδες ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἅγιοι Σύριοι λαμπρύνουν τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀσκητική του βιωτὴ καὶ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Συγκαταλέγεται δὲ στοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Συρίας, γεννήθηκε ὅμως πιθανότατα στὴν πόλη Νίσιβη τῆς Μεσοποταμίας, περὶ τὸ 306. Οἱ γονεῖς του ἦταν πιστοὶ χριστιανοὶ καὶ μᾶλλον ἔχασαν τὴ ζωὴ τοὺς κατὰ τὸ μεγάλο διωγμό ποὺ εἶχε ἐξαγγείλει ὁ παράφρων καὶ θρησκομανὴς αὐτοκράτορας Διοκλητιανὸς (285 - 305), ὁμολογῶντας τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. Ὁ Ἐφραὶμ μένοντας ὀρφανός, τὸν περιμάζεψε ὁ ἐπίσκοπος τῆς Νισίβεως Ἰάκωβος, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέθρεψε μὲ μεγάλη στοργὴ καὶ φροντίδα, διαβλέποντας τὸν ἀδαμάντινο χαρακτῆρα τοῦ παιδιοῦ. Φρόντισε μάλιστα νὰ τὸν σπουδάσει, ὥστε κατέστη σοφὸς δάσκαλος. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὰ σπουδαῖα συγγράμματά του, τὰ ὁποῖα κληροδότησε στὴν Ἐκκλησία. Γνώριζε ἄπταιστα τὴν ἑλληνική, τὴ λατινικὴ καὶ τὴ συριακὴ γλῶσσα, γράφοντας καὶ μεταφράζοντας τὰ ἔργα του σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς γλῶσσες.
Ἀπὸ νωρὶς εἶχε ἀποφασίσει νὰ γίνει μοναχός. Νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Πράγματι, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του καὶ ἔνοιωσε τὸν ἑαυτό του ὥριμο, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ, νηστεία, ἀγρυπνία καὶ πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν του ἀποκάθηρε τὸν ἑαυτό του κι ἔφτασε σὲ ὑψηλὲς πνευματικὲς σφαῖρες. Θεωρεῖται δὲ ὡς ὁ ἅγιος τῶν δακρύων. Ἀστείρευτα δάκρυα ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἔκλαιγε γοερὰ σ’ ὅλη του τὴ ζωή, χύνοντας ποτάμια δακρύων. Ἔκλαιγε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, διότι ἀγωνιοῦσε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία θεωροῦσε ὡς τὸ πολυτιμότερο πρᾶγμα στὸν κόσμο. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ μέσα στὰ περισπούδαστα συγγράμματά του. Ἰδιαίτερη συγκίνηση προκαλοῦν οἱ ἀναφορές του στὴ Μέλλουσα Κρίση, μέσῳ τῶν ὁποίων προσπαθοῦσε νὰ προκαλέσει συναγερμὸ στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς ἀδέκαστης κρίσης. Νὰ διεγείρει πνεῦμα ἀληθινῆς καὶ εἰλικρινοῦς μετάνοιας στὴν κάθε ψυχή. Νὰ προκαλέσει δάκρυα μεταμέλειας στὸν κάθε ἁμαρτωλό, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἐπανένωσης μὲ τὸ Θεὸ παρὰ ἡ πραγματικὴ καὶ ἔμπρακτη μετάνοια, ἡ ὁποία θὰ συνοδεύεται ἀπὸ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα.
Εἶχε ἐπιλέξει ἕναν ἐρημικὸ τόπο γιὰ τὴν ἄσκησή του, μακριὰ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τοὺς θορύβους τοῦ κόσμου, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς ἐγκόσμιες μέριμνες. Ἐπειδή, ὅμως, θεωροῦσε ὑποχρέωσή του νὰ βοηθάει καὶ ἄλλους ἀνθρώπους νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ σωτηρία, ἄφηνε συχνὰ τὸ ἀγαπημένο ἡσυχαστήριό του, καὶ περιφέρονταν σὲ διάφορες περιοχὲς γιὰ νὰ ὠφελήσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ Πέρσες εἶχαν καταλάβει τὴν Νίσιβη καὶ προξένησαν σφαγὲς καὶ καταστροφές. Ὁ Ἐφραὶμ ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πατρίδα του καὶ νὰ μεταβεῖ γιὰ ἀσφάλεια στὴν πόλη Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἤθελε νὰ προσκυνήσει καὶ τὰ ἅγια Λείψανα τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ἁγίων, ποὺ κατεῖχε ἡ Ἐκκλησία ἐκεῖ. Ἔλπιζε ἐπίσης ὅτι θὰ ἔβρισκε ἐκεῖ καὶ ἐνάρετους ἁγίους ἀνθρώπους νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ αὐτούς. Ἀλλὰ στὸ δρόμο του συνάντησε μιὰ διαβόητη πόρνη τῆς πόλεως. Ἔπιασε συζήτηση μαζί της, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ μετάνοια ἐκείνης καὶ τὴν ὠφέλεια τὴ δική του.
Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρό, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα καὶ πῆγε στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Μέγα Βασίλειο, γιὰ νὰ συζητήσει μαζί του τὰ μεγάλα προβλήματα ποὺ εἶχαν δημιουργήσει οἱ αἱρέσεις στὴν Ἀνατολὴ καὶ κύρια ἡ ἀρειανικὴ λαίλαπα. Εἶχε τὴ βεβαιότητα πὼς ὁ οὐρανοφάντωρ ἐπίσκοπος Βασίλειος εἶχε νὰ τὸν διδάξει πολλά. Ὅπως διηγεῖται ὁ ἴδιος, ὅταν ἔφτασε στὴν Καισάρεια, συνάντησε τὸ Βασίλειο ὅταν ἐκεῖνος δίδασκε. Εἶδε ἕνα περιστέρι στὸ δεξιὸ ὦμο του, τὸ ὁποῖο τοῦ ψιθύριζε στὸ αὐτί, αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ μεγάλος Πατέρας. Αὐτὸ σήμαινε γιὰ τὸν Ἐφραίμ, ὅτι ἦταν τὸ στόμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μίλησε μαζί του καὶ γιὰ μέρες ἐξέταζαν τὴν κατάσταση. Ὁ Ἐφραὶμ ἔφυγε ἐνθουσιασμένος καὶ ὠφελημένος γιὰ τὴν πατρίδα του, ὅπου ἄρχισε νὰ κηρύττει τὴν ὀρθόδοξη πίστη, μὲ τὴν εὐγλωττία ποὺ τὸν διέκρινε. Μάλιστα, ἀναφέρει τὸ συναξάρι του, δίδασκε μὲ τόση εὐκολία καὶ γρηγοράδα, ὥστε φαινόταν ὅτι τὰ ἔβλεπε στὸ χαρτὶ καὶ νὰ τὰ διάβαζε! Δὲν πρόφθανε νὰ λέει ἡ γλῶσσα του, ὅσα ὁ νοῦς τοῦ ὑπαγόρευε!
Ἀποσύρθηκε ξανὰ στὴν ἔρημο καὶ ζοῦσε μὲ ἀδιάκοπη ἄσκηση καὶ προσευχή, ἡ ὁποία συνοδεύονταν ἀπὸ ἄφθονα δάκρυα. Ἀπέβαλλε κάθε ὑλικὸ ἀντικείμενο, ζῶντας σὲ ἀπόλυτη ἀκτημοσύνη. Ἔζησε σὲ τέτοια θεληματικὴ φτώχεια ὥστε κανένας ἄλλος δὲν τὴν ἔνοιωσε ποτὲ ἄλλοτε παρόμοια!
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη εἶχε ἀφιχθεῖ στὴν Ἀνατολὴ ὁ αἰρεσιάρχης Ἀπολλινάριος, ὁ ὁποῖος ἀρνοῦνταν τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Εἶχε συγγράψει τὶς κακοδοξίες του σὲ ὀγκῶδες βιβλίο. Ὁ Ἐφραίμ, μὲ μιὰ ἔξυπνη ἐνέργεια, προμηθεύτηκε τὸ κακόδοξο σύγγραμμα, τὸ ὁποῖο ἐμπότισε μὲ κόλλα καὶ τὸ ἀχρήστευσε, ὥστε ὁ Ἀπολλινάριος νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει κατὰ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο!
Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ 379, ζητῶντας νὰ τοῦ βγάλουν ὅλα τὰ καινούρια ἐνδύματα καὶ νὰ τὸν θάψουν μὲ ράκη, σὲ ἔνδειξη τέλειας ταπείνωσης. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 28 Ἰανουαρίου.
Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ἀνήκει στοὺς μεγάλους ἀσκητές, Πατέρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. Φωτεινὸ παράδειγμα ἀληθινοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἔζησε ὁλόκληρη τὴ ζωή του, χύνοντας ποταμοὺς δακρύων μετανοίας. Δίκαια χαρακτηρίζεται ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος τῶν δακρύων. Δείχνει μὲ τὸ παράδειγμά του καὶ σὲ μᾶς τοὺς σύγχρονους Χριστιανοὺς τὸ δρόμο τῆς εἰλικρινοῦς μετάνοιας. Τὰ ψυχωφελῆ συγγράμματά του ἀποτελοῦν πολύτιμη παρακαταθήκη γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ πηγὴ πλούσιου πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ γιὰ ὅσους θέλουμε νὰ ἐντρυφήσουμε στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ΄.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἐφραίμ Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Ἔτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Ρεῖθρον ἄυλον, ἐν τὴ ψυχή σου, τὸν ζωήρρυτον, πλουτήσας φόβον, κατανύξεως κρατὴρ ἀναδέδειξαι, ὅθεν ἡμᾶς πρὸς ἠθῶν τελειότητα, τοὶς ἱεροίς σου ρυθμίζεις διδάγμασιν. Ἐφραὶμ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τά ἄνω ζητῶν.
Τήν ὥραν ἀεί, προβλέπων τῆς ἐτάσεως, ἐθρήνεις πικρώς, Ἐφραίμ δάκρυα κατανύξεως· πρακτικός δέ γέγονας, ἐν τοῖς ἔργοις διδάσκαλος ὅσιε· ὅθεν Πάτερ παγκόσμιε, ῥαθύμους ἐγείρεις πρός μετάνοιαν.
Κάθισμα. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν θησαυρὸν τῆς σοφίας τῶν μυστηρίων Χριστοῦ, τὸν κρατῆρα τὸν θεῖον τῆς κατανύξεως, ἀνυμνήσωμεν πιστοί, ἐν τῇ μνήμῃ αὐτοῦ· φερωνύμως γὰρ ἀεί, τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, εὐφραίνει ἔπεσι θείοις, Ἐφραίμ, ὡς πράκτωρ καὶ μύστης, τῶν τοῦ Κυρίου ἀποκαλύψεων.

